
Λαμβάνω ένα μήνυμα στο κινητό μου τις προάλλες, και είναι από τον φίλο μου τον Νίκο (τον Ζιώγαλα). Μου λέει να πάμε για καφέ, που έχουμε χαθεί τόσο καιρό, να συζητήσουμε, να παίξουμε και κάνα ταβλάκι (ο Νίκος είναι πορωμένος με το τάβλι και την ιππασία btw) και γενικά να σουλατσάρουμε στην Ερμού να γελάσουμε με τους τουρίστες.
Και τότε, συνειδητοποιώ, πως είμαι σχεδόν ένα μήνα κλεισμένος στο στούντιο ηχογράφησης χωρίς καμία επαφή με τον έξω κόσμο!!
Αποφάσισα λοιπόν να κάνω ένα μικρό διαλειματάκι μίας εβδομάδας περίπου, να γράψω και τα νέα μου για τους θαυμαστές μου εκεί έξω (δε σας ξεχνώ! Είμαι πάντοτε το αγαπημένο σας είδωλο που μάχεται για τη δική σας ψυχαγωγία!) και να αγοράσω και κάνα καινούργιο ρουχαλάκι, πράγμα απαραίτητο με το νέο στυλ που θα παρουσιάσω στον ολοκαίνουργιο δίσκο μου.
Ναι, είναι γεγονός, δεν πρόκειται για φήμες, ο Κούνελος (εγώ) θα βγάλει hip hop album!!
Και για του λόγου το αληθές, σε πρώτη παγκόσμια μετάδοση, σας παραθέτω ένα μικρό κομμάτι από τους στίχους ενός από τα ολοκαίνουργια τραγούδια μου!
Τίτλος: ΩΡΕΣ ΣΙΩΠΗΣ
Εχθές μου τηλεφώνησες στις τεις τα ξημερώματα
Με πήρες να μου πεις πως βρήκες δύο πτώματα
Στον κήπο του σπιτιού σου, κοντάσ την καστανιά,
Και άρχσες να κλαις γιατί σου'πιάναν χώρο
Μια κι ήθελες στη θέση τους φυτέψεις μιαν ελιά,
Για ν'αποκτήσεις κύρος, να μη σε λένε φλώρο.
Και μένα τί με νοιάζει, εμένα τί με κόφτει,
Εγώ θα σε βοηθήσω να τα βάλεις στο πατάρι
διπλά στο κηροπήγιο, στο θαλασσί ερμάρι
μαζί με την υδρόγειο και τονε παγοκόφτη;
Μονάχα τρεις ωρίτσες θελώ να κοιμηθώ
ακόμη ως τις έξι μεχρί το πρωινό!
Ξενύχτησα εχθές ενέκα φασαρίας
Που έκανε μεσάνυχτα γκρουπάκι αλητείας
Καίγοντας παρτέρια, και ένα μηχανάκι
Που κάποιος τους εσφύρηξε πως ήτανε του Άκη!
Κι αφού σε καταράστηκα και στάψαλα'να χέρι,
Σ'απείλησα και τόκλεισες πως θάβγαζα μαχαίρι,
Εγύρισ'απ'την άλλη ν'αλλάξω το πλευρό,
Μήπως και δεήσω να αποκοιμηθώ.
Μα τίθελα και σκέφτηκα για λίγο τη γαλήνη;
(Επήρα και για σιγουριά δυο δράμια δραμαμίνη)
Ταράχτηκα, πετάχτηκα, ισάμε το ταβάνι
Από ήχους των βαρβάρων περνούσαν καραβάνι,
Φορτηγά της λαϊκής φέροντα αυτούς,
Σανίδια, Λαμαρίνες, σπανάκια και λωτούς!
Έτσ'η ώρα έφτασε πεντέμισυ πρωί
Κι εγώ ακόμα ξάγρυπνος παρότι χαραυγή,
Σε μία υπερένταση να τρέχω στην κουζίνα
Ν'αδράξω βίαια-κοφτά σα μια κι εγώ Κατίνα
Την ξύλινη, τη βρώμικη, την αχυρένια σκούπα,
Να ξαραχνιάσω τις γωνιές απ'το ψηλό ταβάνι
Ιστούς που ανακάλυψα -ενέκα καραβάνι-
Με μία απορία, αν πρόλαβα και σού'πα,
Αν σ'έβρισα κατάλληλα που πήγες και ξοδεύτηκες,
Που πήγες και αγόρασες -Εμένα ρε, με σκέφτηκες;;-
Μεγάλη καφετιέρα να φτιάχνεις τον καφέ σου
τον μαύρο τον Espresso με γεύση ξερατού
ίδια με εκείνης του μπλε λιπαντικού
Που μήνες τώρα προσπαθεί, ΝΑ ΛΑΜΨΕΙ ΤΟ ΠΑΡΚΕ ΣΟΥ!
Το Παρκέ Σου...
Το Παρκέ Σου...